Η Μικρά Αγγλία της Κατερίνας Ρεμούνδου

remoundou_

Μια γυναίκα μεγαλωμένη από μια αστική οικογένεια, ταξιδεμένη από μικρή, εσώκλειστη στο Αρσάκειο, που έγινε δεινή καριερίστα στο χώρο του Marketing και ξαφνικά στα 40 τα άφησε όλα για να εγκατασταθεί στην Άνδρο και να φτιάξει το Στου Ζοζέφ, ένα εστιατόριο ξεχωριστό σε όλο το νησί, όπου μαγειρεύει η ίδια.

Της Ντέννη Καλλιβωκά

Αυτή θα μπορούσε να είναι με λίγα λόγια η ιστορία της Κατερίνας Ρεμούνδου, για όσους δεν την ξέρουν. Και πράγματι η ζωή της θα μπορούσε να είναι μυθιστόρημα και μάλιστα εξαιρετικά καλογραμμένο. Καθώς η Κατερίνα Ρεμούνδου έχει μια τέτοια ροή και ποιότητα στον λόγο, που θα έγραφε καλύτερα από πολλούς λογοτέχνες. Κι αν πραγματικά λυπάμαι για κάτι πολύ, είναι που έπρεπε να μειώσω την συνέντευξη, λόγω έκτασης. Όσο για την ίδια; Μόνο όσοι την γνωρίζουν μπορούν να καταλάβουν αυτό που θα πω. Η Κατερίνα είναι από τους ανθρώπους που δεν ξεχνιούνται. Δυναμική, σταθερή, ψαγμένη, μεθοδική, προσγειωμένη, συμφιλιωμένη με τον εαυτό της με απίστευτη γνώση της ζωής αλλά και όποιου αντικειμένου την ενδιαφέρει. Έχει ένα τρόπο να σε καθηλώνει με τον λόγο της και τις ιστορίες, που τόσο ωραία ξέρει να διηγείται και είμαι σίγουρη ότι για την λαογραφία της ελληνικής κουζίνας, για τις πρώτες ύλες και την μαγειρική ξέρει περισσότερα από πάρα πολλούς άλλους.
Την γνώρισα πριν από 12 χρόνια μέσω του επαγγελματικού μας χώρου. Και είχαμε να βρεθούμε 11 χρόνια. Και τόσο απίθανο μου φαινόταν η καριερίστα που είχα γνωρίσει να έχει κάνει τέτοια υπέρβαση, που παρότι είχαμε μιλήσει και στο τηλέφωνο- και ναι η Κατερίνα έχει χαρακτηριστική φωνή- μέχρι που την είδα, έλεγα μέσα μου. «Βρε λες να είναι συνονόματη και να μην είναι η ίδια»

Γνωριζόμαστε εδώ και τουλάχιστον 12 χρόνια κι για εμένα ήσουν η επιτομή του marketer. Πώς από μία τέτοια καριέρα, βρέθηκες να μαγειρεύεις στην Άνδρο; Είχες κάποια σχέση με γεύσεις;

Ανήκω στη γενιά που έζησε την εφηβεία της μέσα στη μεταπολίτευση, την περίοδο που όλοι οι γονείς πίστευαν πως τα παιδιά τους πρέπει οπωσδήποτε να τελειώσουν το Πανεπιστήμιο και να γίνουν δικηγόροι, γιατροί και πολιτικοί μηχανικοί. Η οικογενειακή παράδοση όμως είχε να επιδείξει -ιδιαίτερα από τη μεριά του παππού μου -πάρα πολύ καλούς μαγείρους (όλα τα αδέλφια του πατέρα μου ήταν επαγγελματίες μάγειροι). Ταυτόχρονα εμείς από πολύ μικροί θυμάμαι, πως κάναμε ταξίδια για να γευτούμε τοπικές κουζίνες και να προμηθευτούμε τοπικά προϊόντα από διάφορα μέρη της Ελλάδας. Να σκεφτείς πηγαίναμε στο Μέτσοβο για να πάρουμε Μετσοβόνε! Κι όλα αυτά που σου λέω γινότανε τη δεκαετία του ’70. Υπήρχε αυτή η κουλτούρα μες το σπίτι γιατί ταξιδεύαμε και πάρα πολύ. Ο πατέρας μου είχε μία βιοτεχνία παραγωγής και εμπορίας επιτραπέζιων παιχνιδιών και ξύλινων ταβλιών και η αγορά του ήταν η Γερμανία. Εάν συνδυάσεις τώρα αυτή την κουλτούρα με το γεγονός ότι η οικογένεια είναι Καθολική και πως τα παιδιά μεγάλωσαν εσώκλειστα στα σχολεία των καλογριών της Τήνου και της Γαλλίας, καταλαβαίνεις ότι τις εποχές που η Ελλάδα πέρναγε μία μεγάλη φτώχεια και δυσκολία, ειδικά σε ότι αφορούσε την πρώτη ύλη μετά τους πολέμους, εμείς δεν επηρεαστήκαμε τόσο πολύ. Γενικά οι Καθολικοί είχαν μία καλή αλληλοϋποστήριξη και προστασία μεταξύ τους. Μαγείρευαν λχ. μ’ ένα πολύ καλό βούτυρο κίτρινο –θυμάμαι ακόμη και το χρώμα τόσα χρόνια μετά- Αυστριακό ή Γαλλικό – όταν δεν υπήρχε τίποτε τέτοιο στην Ελλάδα και το βούτυρο ήταν μεγάλη πολυτέλεια. ΄ Όλα αυτά σου τα λέω για να καταλάβεις πώς μπήκαν οι γεύσεις και το φαγητό στη ζωή μου.

Παράλληλα, με τα ταξίδια στη Γερμανία, από πολύ νωρίς εκτεθήκαμε οικογενειακώς, σε μία κουζίνα που δεν είχε καμία σχέση με την Ελληνική. Οπότε αναπτύχθηκε αυτό που εγώ αποκαλώ «συγκριτική γεύση». Δεν ήταν «το γιουβέτσι μας» τελεία, αλλά ήταν γιουβέτσι με κότσι χοιρινό και πικάντικο λάχανο. Έτσι άνοιξαν οι γευστικοί μου κάλυκες από πάρα πολύ μικρή. Ταυτόχρονα, ο πατέρας μου ήταν ευζωιστής, bon viveur τύπος που του άρεσε το φαγητό, τα ταξίδια και οι περιπέτειες αυτού του τύπου, ενώ ήταν και δεινός ψαράς. Θυμάμαι όταν ήμουν παιδί πηγαίναμε μ’ ένα zodiac – 8 ώρες ταξίδι, (4 ώρες να πάμε και 4 να γυρίσουμε)- στα Άχλα στην Άνδρο παίρνοντας αποκλειστικά λεμόνι (για το οποίο ήμουν εγώ υπεύθυνη) και ψωμί (αυτό ήταν δουλειά της αδερφής μου). Και περνάγαμε όλη την ημέρα βγάζοντας αχινούς και πεταλίδες, ψαρεύαμε και κάναμε κακαβιά σε φωτιά που ανάβαμε. Δεν παίρναμε ποτέ τίποτε άλλο μαζί μας κι ήταν φοβερή εμπειρία.

Από την 1η Γυμνασίου ήμουν εσώκλειστη στο Αρσάκειο Ψυχικού, όπου ήρθα σε επαφή με μία άλλη κουζίνα. Μία Αστική κουζίνα με ψήγματα κακώς ερμηνευόμενης θρεπτικότητας. Τότε μπήκαν για πρώτη φορά στη διατροφή μας τα αγοραστά τσουρέκια με γέμιση πραλίνα και η Coca Cola για… απογευματινό!

Μικρά Αγγλία

Θυμάμαι όταν ήμουν παιδί πηγαίναμε μ’ ένα zodiac – 8 ώρες ταξίδι, (4 ώρες να πάμε και 4 να γυρίσουμε)- στα Άχλα στην Άνδρο παίρνοντας αποκλειστικά λεμόνι (για το οποίο ήμουν εγώ υπεύθυνη) και ψωμί (αυτό ήταν δουλειά της αδερφής μου). Και περνάγαμε όλη την ημέρα βγάζοντας αχινούς και πεταλίδες, ψαρεύαμε και κάναμε κακαβιά σε φωτιά που ανάβαμε. Δεν παίρναμε ποτέ τίποτε άλλο μαζί μας κι ήταν φοβερή εμπειρία.

Το πρόγραμμα όμως του Αρσακείου σε σχέση με το φαγητό με καθόρισε. Για παράδειγμα, τρώγαμε πρωινό στην τραπεζαρία ακολουθώντας κανόνες art de la table. Αυτός ο τρόπος συμπεριφοράς στο τραπέζι με ακολουθεί ακόμη… Δεν σου κρύβω ότι μόλις πριν από 6-7 χρόνια κατάφερα να πιάσω φαγητό με το χέρι. Θυμάμαι χαρακτηριστικά μία σκηνή (στα 22 μου) όπου καθάριζα το φρούτο για να ετοιμάσω τη φρουτόκρεμα της κόρης μου της Αγγελικής χρησιμοποιώντας πιρούνι και μαχαίρι. Γεγονός που εγώ έβρισκα απόλυτα φυσιολογικό, έως ότου η μητέρα μου, μου έβαλε τις φωνές ρωτώντας: «παιδί μου, τι κάνεις εκεί;». Τόσο πολύ είχαν χαραχτεί αυτές οι Αρσακειακές συνήθειες. Έτσι μπορώ να πω ότι η μαγειρική και οι γεύσεις και το ψάξιμο αυτό μπήκε μάλλον ύπουλα στη ζωή μου. Δηλαδή ποτέ δεν ήταν ξεκάθαρο, αλλά από την άλλη ήταν πάντα εκεί. Θα έλεγα μάλιστα ότι τότε έκανα foraging εμπειριών όπως τώρα κάνω foraging στους αγρούς της Άνδρου.

Πότε ξεκίνησες να μαγειρεύεις;

Ξεκίνησα να μαγειρεύω ουσιαστικά στα 22 μου, όταν η Αγγελική σταμάτησε το θηλασμό. Επειδή δούλευα πολύ, βρήκα πως η μαγειρική αποτελούσε τον πλέον ποιοτικό χρόνο για να περνάω με το παιδί μου. Έτσι λοιπόν, επειδή δεν ήταν ποτέ σίγουρο το μεσημεριανό, καθώς γύρναγα αργά από τη δουλειά, εφηύρα τον ποιοτικό χρόνο του πρωινού. Αφιερώναμε 30 με 45 λεπτά για πρωινό κάθε μέρα, χρόνο κατά τον οποίο μιλάγαμε για όλα. Έτσι ξεκίναγα πολύ καλά την ημέρα μου με τον τρόπο αυτό. Κι εκείνη ήξερε πως εκείνη την ώρα συζητάμε τα πάντα και μπορούσε να μου πει ότι ήθελε. Ακόμη και πράγματα που θα ήταν πολύ σοβαρά για να την μαλώσω μεγαλώνοντας, τα οποία όμως με τη ζεστασιά ενός πρωινού κάπως… μαλάκωναν.

Και επαγγελματικά;

Δεν θα ξεχάσω ποτέ με πόση «βία» μπήκε στη ζωή μου η εξειδίκευση με το φαγητό.

Ενώ ήμουν διευθυντής διαφήμισης στο Αθηνόραμα, έκανα το τεράστιο ατόπημα να ρωτήσω τη διευθύντριά μου «τί είναι η Ραψάνη;». Έπεσε μία βουβαμάρα απόλυτη και γύρισε και μου είπε η Ηλιοπούλου ότι: « εάν δεν ήσουνα τόσο καλή στη δουλειά σου θα είχες απολυθεί». (γέλια). Αυτό λοιπόν εμένα με τσίτωσε πάρα πολύ και με πείσμωσε κι άρχισα να διαβάζω και να παρακολουθώ με μανία όλο εκείνο το κομμάτι που αφορούσε πλέον την επιμόρφωσή μου και την επιστημονικότητα της μαγειρικής, της πρώτης ύλης και πάνω απ’ όλα του κρασιού. Το οποίο ξεκίνησε σα hobby. Ουδέποτε φαντάστηκα ότι θα ασχοληθώ με αυτό. Η βασική αιτία που ασχολήθηκα ήτανε ότι χρειαζόμουνα επάγγελμα όταν έμεινα ανεπάγγελτη, διότι έσβησε τελείως η αγορά της διαφήμισης του marketing και των πολυεθνικών εταιρειών πριν από μερικά χρόνια στην Αθήνα.

Πόσο δύσκολη ήταν η προσαρμογή στην Άνδρο, γιατί επρόκειτο για μια τεράστια αλλαγή.

Θα σου πω χαρακτηριστικά μία έκφραση που χρησιμοποιώ σε όσους με ρωτάνε: « Έχω βράσει τόσες σκορδομακαρονάδες με τα δάκρυά μου, όπου δεν θέλω να θυμάμαι.». Πραγματικά δεν θέλω να θυμάμαι. Μόλις τα δύο τελευταία χρόνια έχω σηκώσει τη βαλίτσα πίσω από την πόρτα και την έχω βάλει στο πατάρι. Είναι πολύ σκληρή η επαρχία, Ντένη, για έναν άνθρωπο που έχει μάθει σε τελείως διαφορετικό τρόπο ζωής από πλευράς καθημερινότητας. Χαρακτηριστικά θα σου πω ότι εδώ το χειμώνα για να μπορέσω να πιω καφέ και να ανοίξω να πάρω τα e-mail μου πρέπει να περάσουν τουλάχιστον 2 ½ ώρες από τη στιγμή που θα έρθω στο μαγαζί. Αφού πρώτα έχω βάλει φωτιά, έχω μαζέψει ξύλα κι έχει ζεσταθεί αυτό το πράγμα εδώ. Ήτανε δηλαδή κάτι το οποίο δε φανταζόμουνα ότι θα χρειαστεί ποτέ να το αντιμετωπίσω, ούτε στο Ψυχικό που μεγάλωσα, ούτε στη Βούλα που έζησα σαν μητέρα κι οικογενειάρχης, με κεντρικό air conditioning, τζάκια και θέρμανση κανονική, ούτε πουθενά. Ούτε είχα φανταστεί ποτέ πόσο κρύο μπορεί να κάνει το πρωί όταν βγαίνεις από το σπίτι σου.

Τι σε έφερε όμως στην Άνδρο;

Στην Άνδρο ήρθα γιατί έγινε μία ζημιά στο πατρικό μου κι εκείνη την ημέρα που μας ειδοποίησαν οι γείτονες, ήμουν η μοναδική από την οικογένειά μου που μπορούσα αμέσως να μπω στο πλοίο. Η ζημιά αυτή που υπέθετα ότι θα κρατήσει δύο ημέρες κράτησε 4 μήνες. Αλλά τελικά όλα ήταν ένα σταυροδρόμι. Γιατί εγώ ήρθα στην Άνδρο 5 Ιουνίου και ήταν μόλις είχε αποθεραπευθεί η μητέρα μου από μία βαριά ασθένεια που με είχε ακινητοποιήσει εμένα στο πλευρό της για 5 μήνες κι είχα παραιτηθεί από τη δουλειά μου. Ήμουν δηλαδή σε μία εποχή που δεν δούλευα, είχα ξεκινήσει interviews για να δω τι θα κάνω και η κόρη μου έφευγε για μεταπτυχιακό στην Αγγλία.
Δηλαδή, στα 44 μου χρόνια ένοιωθα για πρώτη φορά στη ζωή μου πως δεν ήμουν «χρήσιμη». Πως δεν με χρειαζόταν κανένας. Και όταν έφτασα στην Άνδρο κι άρχισε να περνάει ο χρόνος αισθάνθηκα σαν ένα τρένο που το έχεις και πηγαίνει συνέχεια Αθήνα – Θεσσαλονίκη – Αθήνα και ξαφνικά εκτροχιάζεται και πέφτει ανάσκελα στο λιβάδι. Κι αρχίζει να μυρίζει το χόρτο, να βλέπει τον ουρανό, να καταλαβαίνει τριγύρω του πράγματα, ένα μοοουυυυ μιας αγελάδας, ενώ δεν τα είχε δει ποτέ του αυτά τα πράγματα.

Και μ’ ένα μαγικό τρόπο ξαναλειτούργησε το Αρσάκειο. Γιατί στο Αρσάκειο εγώ ήμουν η πρώτη φωνή. Ήμουν το solo της χορωδίας κι ήμουν πολύ καλή ψαλμωδός. Ερχόμενη λοιπόν εδώ για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια ξαναγύρισα στην εκκλησία. Γιατί υπήρχαν πολύ μεγάλες ανάγκες για ψάλτη στην ενορία μου στον Άγιο Νικόλαο Μεσσαριάς, οπότε άρχισα με απ’ αυτό τον τρόπο να χαλαρώνω και να έρχομαι πιο κοντά σε εμένα. Ποιά είμαι, εάν θέλω κάτι, τί είναι αυτό που θέλω κοκ. Και ξέχασα έτσι «ανοιχτό ένα παράθυρο» και μπήκε ο Γιάννης έτσι βρε Ντένη. Από εκεί ξεκίνησαν όλα. Δηλαδή, ερωτεύτηκα κι αποφάσισα να δω εάν μπορώ να αλλάξω τη ζωή μου. Χωρίς να ελπίζω ποτέ ούτε ότι θα έχω φτιάξει το Ζοζέφ, ούτε ότι θα είμαι στα γεράματα παντρεμένη κι ακόμη ερωτευμένη.

Μικρά Αγγλία

Και ξέχασα έτσι «ανοιχτό ένα παράθυρο» και μπήκε ο Γιάννης έτσι βρε Ντένη. Από εκεί ξεκίνησαν όλα. Δηλαδή, ερωτεύτηκα κι αποφάσισα να δω εάν μπορώ να αλλάξω τη ζωή μου. Χωρίς να ελπίζω ποτέ ούτε ότι θα έχω φτιάξει το Ζοζέφ, ούτε ότι θα είμαι στα γεράματα παντρεμένη κι ακόμη ερωτευμένη..

Κι όταν έρθει κάποιος στο Ζοζέφ τι κουζίνα θα δοκιμάσει;

Λοιπόν, θα σου απαντήσω έμμεσα κι εσύ θα αποφασίσεις εάν το βάλεις ή όχι στη συνέντευξη. Η αγαπημένη μου κουζίνα είναι η Θρακιώτική. Την αγαπάω πάρα πολύ και τη θεωρώ την επιτομή της cucina povera. Με τρία απλά υλικά, αυτές οι γυναίκες εκεί πάνω κάνανε και κάνουνε ακόμη παπάδες. Νομίζω ότι η Θρακιώτικη κουζίνα είναι ένα πολύ μεγάλο μάθημα οικιακής οικονομίας και γεύσης για όλη την Ελλάδα. Εάν σκεφτείς λοιπόν ότι η Θράκη με τις Κυκλάδες και την Κρήτη είμαστε στον ίδιο παράλληλο, δηλαδή έχουμε ουσιαστικά το ίδιο κλίμα, την ίδια εποχή βροχές, την ίδια εποχή ζέστες, την ίδια εποχή όλα, αυτές οι τρεις κουζίνες συνδέονται πάρα πολύ από πλευράς πρώτης ύλης. Έτσι λοιπόν εγώ έμαθα την τοπική κουζίνα πρώτα από την Θράκη, γιατί ένα καλοκαίρι πάρα πολύ παλιά είχα φιλοξενηθεί στην Καβάλα από Θρακιώτες οι οποίοι έχουν το έθιμο κάθε Χριστούγεννα να φτιάχνουνε «Μπάμπω». Που είναι το άντερο του χοίρου γεμισμένο με πλιγούρι και κρέας το οποίο βράζει όλη τη νύχτα στον ατμό και το τρώνε σα Χριστουγεννιάτικο δεκατιανό όταν γυρίσουνε από την κοινωνία των Χριστουγέννων. Αυτό όλο σε σχέση με τη λαογραφία ήτανε το πρώτο click στη ζωή μου. Γιατί, το φαγητό το ελληνικό δεν μπορείς να το αποξενώσεις από τη λαογραφία του. Έτσι λοιπόν ξεκινώντας στην Άνδρο, αφού έψαξα για ένα χρόνο να απορροφηθώ από τα εδώ ξενοδοχεία, από τα ταξιδιωτικά γραφεία, από τα γραφεία πωλήσεων ακινήτων, να κάνω δηλαδή κάτι από αυτό που ήξερα πάρα πολύ καλά να κάνω, να φτιάχνω και να πουλάω μάρκα, δεν μπορούσε η τοπική αγορά να με απορροφήσει, ενώ ο έρωτας φούντωνε ΚΑΙ αποφάσισα να ανοίξω ένα παραδοσιακό καφενείο /«Σταθμό» όπως τα γνώρισα εγώ στην Άνδρο τη δεκαετία του ’70 που ήμουν έφηβη.

Δηλαδή;

Τα χωριά στην Άνδρο είχανε ένα μαγαζί / σταθμό στα μονοπάτια από όπου πέρναγαν οι αγωγιάτες, και που ουσιαστικά συνέδεαν όλο το νησί μεταξύ του. Γιατί το νησί συνδεότανε μόνο με τους αγωγιάτες, αλλιώς ακτοπλοϊκά. Αυτοί οι άνθρωποι λοιπόν, φέρνανε νέα, φέρνανε αγαθά, κηπευτικά και υπήρχε αυτός ο σταθμός στην άκρη κάθε χωριού, μ’ ένα πλάτωμα για να μπορούν να ξεκουράζονται τα ζώα και να πίνουνε νερό. Και ήταν ουσιαστικά ανοικτοί όλο το 24ωρο. Γιατί και το σπίτι του καφετζή ήταν ακριβώς δίπλα, οπότε και να έφτανε αγωγιάτης την ώρα που ήτανε κλειστά χτύπαγε την πόρτα. Tη δεκαετία του ’70 , όμως μόλις άνοιξε ο δρόμος από το Γαύριο στη Χώρα, αυτά τα μαγαζιά έχασαν πια τη ζωή που είχαν, όσο δεν υπήρχαν δρόμοι. Αλλά κράτησαν τη γευστική και τη γαστρονομική τους αξία για τους Ανδριώτες. Γιατί ήταν αυτάρκη, όσο αφορά την κουζίνα τους. Φτιάχνανε πάντοτε φρουτάλια, πετεινό με ρύζι ή με μακαρόνια και από σαλατικά ότι έβγαζε ο κήπος που βάζανε κάθε χρόνο. Όταν λοιπόν, σαν έφηβοι, τη δεκαετία του ’70, τότε «ανοίγανε τα σκόρδα μας» όπως λέμε στην Άνδρο, δηλαδή αρχίζαμε και γαμπρίζαμε, είχε πολύ δυνατό μελτέμι, και δεν μπορούσαμε να κάνουμε παιχνίδια στην θάλασσα, κάναμε το εξής: οργανώναμε περιπάτους με τα πόδια σ’ ένα από αυτά τα καφενεία των χωριών για να φάμε φρουτάλια και να μπορέσουμε να ξεφύγουμε από την επίβλεψη γονιών και γνωστών. Και πηγαίναμε νωρίς το πρωί και γυρνάγαμε το βράδυ με τα πόδια πίσω. Το φαγητό μας λοιπόν εκεί ήταν πάντοτε φρουτάλια, που την έφτιαχνε ο άντρας, πετεινό που τον έσφαζε η κυρία του, και τον κρέμαγε να στραγγίξει και τον έφτιαχνε μετά, και ρακί. Σου μιλώ για τόνους ρακί. Οπότε καταλαβαίνεις από εσώκλειστη στο Αρσάκειο με δυσκολίες στο σπίτι από το διαζύγιο των γονιών μου, αυτό που ερχόμουν εδώ κι έκανα ήταν παράδεισος.

Τις πρώτες ύλες σου τις προμηθεύεσαι από το νησί;

Μόνο! Κι αυτό ήταν το μεγάλο στοίχημα. Να με εμπιστευτούν οι Ανδριώτες και να μου δώσουν το περίσσευμα από το νοικοκυριό τους. Οι Ανδριώτες είναι πολύ νοικοκύρηδες άνθρωποι. Δεν έχουν ανάγκη να εμπορευθούν τα κηπευτικά τους ή τα ζώα τους ή τα τυριά τους. Αλλά υπάρχει στη συνείδησή τους να τα φτιάχνουν για το σπίτι τους και την οικογένειά τους. Έτσι λοιπόν, επειδή τα χρήματα έρχονται σ’ ένα μηχάνημα που το λένε ATM και τα στέλνει ένας καπετάνιος, ο καπετάν Σταύρος από ένα γραφείο, δεν υπήρχε πρόβλημα μετρητών ώστε να χρειαστεί να πουλήσουν ένα τυρί για να πάρουνε κάτι άλλο. Αυτά γινόντουσαν μόνο στις πολύ δύσκολες εποχές στα πολύ κλειστά χωριά. Έτσι όμως ήταν πάρα πολύ δύσκολο να με εμπιστευθούν εμένα και να μου δώσουνε το περίσσευμα τους. Δεν είχαν την ανάγκη να το κάνουνε. Και τους έπεισα σιγά – σιγά με το φαγητό, αλλά δεν σου κρύβω ότι βοήθησε κι η Τήνος.
Η Τήνος έχει μία υπαίθρια αγορά, η οποία είναι εξαιρετική, με πάρα πολλά ντόπια προϊόντα και φεύγαμε με το Γιάννη την Κυριακή με το βαπόρι το μεσημεριανό, πηγαίναμε στην Τήνο μέναμε το βράδυ, ψωνίζαμε τη Δευτέρα από αυτή την αγορά κι επιστρέφαμε στην Άνδρο και μαγειρεύαμε. Αυτό κράτησε 5-6 χρόνια Ντένη. Μετά άρχισαν να μου χτυπάνε την πόρτα μου και να μου δίνουνε πράγματα, αφού όλα αυτά τα 5-6 χρόνια πλήρωνα τα πάντα, ακόμη κι αυτά που δεν άξιζαν όταν μου τα φέρνανε για να μου τα πουλήσουνε. Σου λέω χαρακτηριστικά ότι έχει φάει τόσο φαγκρί και τόση συναγρίδα ο Γιάννης ώστε να μπορούμε να έχουμε το Πάσχα, τη Μεγάλη Παρασκευή αστακούς στο μαγαζί, που δεν φαντάζεσαι. Δηλαδή σε περιόδους που δε μπορούσαμε να πληρώσουμε τη ΔΕΗ, πληρώναμε τη συναγρίδα, για να δημιουργηθεί αυτή η συνήθεια, ότι δηλαδή εγώ ψωνίζω πάντα φρέσκα ψάρια όποτε μου τα φέρει ο ψαράς. Έτσι έγινε και με δέχτηκαν σιγά- σιγά όσον αφορά την πρώτη ύλη. Τώρα επαίρομαι ότι έχω το καλύτερο τυρί της Άνδρου, τα καλύτερα κηπευτικά, πάνω απ’ όλα τα καλύτερα λουκάνικα τις καλύτερες λούζες και τις ντούες. Και δεν υπάρχει κανένα άλλο μαγαζί που να έχει ντούες (παϊδάκι από το χοιρινό) στις φρουτάλιες.

Έχεις όμως ενεργοποιηθεί πολύ και στο κομμάτι του private dining? Πες μου γι’ αυτό.

Κάποια στιγμή η Όλγα η Καραγιάννη, μία κοπέλα η οποία ασχολείται πάρα πολύ με τη σωστή τουριστική επικοινωνία της Άνδρου μου έφερε εδώ μία ομάδα μαθητών από τη Λεόντειο να τους κάνω μάθημα μαγειρικής. Και κάθισα και προετοιμάστηκα γι’ αυτό γιατί μου είπανε ότι «μπορείς να διαλέξεις όποιο θέμα θέλεις». Έτσι έκανα εγώ το λεμόνι, το οποίο το έψαξα και κάθισα και διάβασα γι’ αυτό, για να δω τι θα τους φτιάξω, τι φαγητά, τι γλυκά, πώς αυτά θα είναι εύπεπτα για παιδιά της 3ης Γυμνασίου πάλι, και έμαθα ότι το νησί μου έχει το καλύτερο λεμόνι, διότι, η Άνδρος είχε πολύ μεγάλη παραγωγή μεταξιού και τη μυρωδιά από τα μεταξωτά την αφαιρούσε μόνο ο χυμός του λεμονιού. Έτσι λοιπόν όποιος φύτευε μία μουριά (σσ από την οποία τρέφονται οι μεταξοσκώληκες), φύτευε παράλληλα και δύο λεμονιές. Ήτανε μία αναγκαιότητα στην παραγωγική διαδικασία του μεταξιού. Κι έτσι, προέκυψε ένα πάρα πολύ ωραίο μάθημα για τα παιδιά με βάση το λεμόνι.

Από εκεί ενθουσιάστηκα κι εγώ και άρχισα να διψάω για περισσότερη γνώση αναφορικά με μία πρώτη ύλη, ψάχνοντας και λαογραφικά στοιχεία.Μετά ένας φίλος μου ζήτησε να μαγειρέψω για κάποιους πρέσβεις, που είχε σπίτι του, οπότε έκανα ένα μενού με 5 πιάτα Κυκλαδίτικης κουζίνας με ρεβυθοκεφτέδες και ντοματοκεφτέδες και διάφορα άλλα πράγματα που τους τα εξηγούσα και αστακό με μάραθο και ενθουσιάστηκαν. Στη συνέχεια αυτοί οι άνθρωποι μου έδωσαν άλλη μία δουλειά και έγινε όλο αυτό σιγά- σιγά. Φέτος μαγείρεψα για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές της Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας από το Πανεπιστήμιο του Γιοχάνεσμπουργκ , μαγείρεψα για τον κινέζο Πρέσβη και σε πάρα πολλά σπίτια που είχα την τιμή οι άνθρωποι να μου δώσουνε την ευθύνη να τους φτιάξω το τραπέζι βάφτισης, επετείου γάμου, 100α γενέθλια γιαγιάς, κι όλα ήτανε πολύ ωραία.

Private Dining

Φέτος μαγείρεψα για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές της Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας από το Πανεπιστήμιο του Γιοχάνεσμπουργκ , μαγείρεψα για τον κινέζο Πρέσβη και σε πάρα πολλά σπίτια που είχα την τιμή οι άνθρωποι να μου δώσουνε την ευθύνη να τους φτιάξω το τραπέζι βάφτισης, επετείου γάμου, 100α γενέθλια γιαγιάς, κι όλα ήτανε πολύ ωραία

Και πως λειτουργεί το Private Dining;

Ξεκινάμε με τα e-mail και τις συζητήσεις, για το τι θα μαγειρέψω, ανάλογα με τον λόγο της βραδιάς. Μετά ξεκινάει η έρευνα η δική μου που φθάνω κι ανακαλύπτω θησαυρούς κάθε φορά. Και ξέρεις έχει βοηθήσει πάρα πολύ και το marketing κι η διαφήμιση, με 80% προετοιμασία – Ιαπωνέζικο σύστημα – και 20% εκτέλεση. Χρειάζομαι μία ημέρα οπωσδήποτε να γνωριστώ και να συμφιλιωθώ με την κουζίνα την ξένη που θα μαγειρέψω, μία μέρα μαγειρεύω και η τρίτη ημέρα πάντοτε έχει να κάνει με τα left-over πώς να ανακυκλώνουμε το φαγητό ποιά πρέπει να είναι τα τρόφιμα που πρέπει να είναι πάντοτε στο ψυγείο μας και ίσως και στην κατάψυξη. Σε ποιές αγορές κοντά σ’ αυτό το σπίτι υπάρχουν βιολογικά προϊόντα – τους τα έχω βρει όλα τους τα έχω γράψει- ποιές μέρες πρέπει να πηγαίνουμε να ψωνίζουμε, πώς πρέπει να πηγαίνουμε για ψώνια, ποιό budget πρέπει να υπάρχει ουσιαστικά μέσα στην οικογένεια ώστε να μην πηγαίνουμε σ’ ένα σούπερ μάρκετ και να χαλάμε παραπάνω λεφτά απ’ ότι πρέπει…Αυτό είναι το δώρο που κάνω στο νοικοκύρη ή τη νοικοκυρά του σπιτιού. Δηλαδή, εγώ ουσιαστικά δουλεύω δύο ημέρες και δίνω μία υπεραξία στο private cooking κάνοντας μάθημα οικιακής οικονομίας την τρίτη ημέρα.

Τελικά Κατερίνα, τι είναι για εσένα η μαγειρική;

Κοίτα Ντένη, για εμένα η μαγειρική δεν είναι ούτε hobby ούτε επάγγελμα. Είναι ευζωία. Είναι ο τρόπος να μοιράζομαι συναισθήματα και πάνω απ’ όλα είναι και feeling. Πιστεύω ότι η διατροφή μας πραγματικά επουλώνει και γιατρεύει. Αυτό. Και κάνοντας παρένθεση να σου πω ότι μαγειρεύω για πάσχοντες από κοιλιοκάκη εδώ και αρκετά χρόνια, και ασχολούμαι και με τη διατροφή για το διαβήτη.

Πηγή: Η Μικρά Αγγλία της Κατερίνας Ρεμούνδου | mustonline.gr

Trackback from your site.

ArtVertise

A Hub of professionals, with different specializations in the fields of Communication, Marketing and Technology. We offer services that are based on cutting edge technology, digital applications and platforms within a stable Networking of x partnerships. We have a close collaboration with the research organization I-Dialogue, and on their behalf, we conduct E-Commerce Consulting Seminars and Communication. Follow on Facebook or read our blog.

Leave a comment

You must be logged in to post a comment.
Built with HTML5 and CSS3 - Copyright © 2014 by ArtVertise - All rights reserved
Powered by: ArtVertise || Κατασκευή Ιστοσελίδας - SEM - SEO : Innovation Group